Friday, 21 February 2014

Δανιήλ Δανιήλ, το ελληνικό χρώμα του τοπίου ο καμβάς του



Ο Δανιήλ Δανιήλ, γεννήθηκε στον Τύρναβο της Θεσσαλίας το 1914, σύμφωνα με το αυτοβιογραφικό του σημείωμα που ίδιος δημοσίευε στις εισαγωγές των καταλόγων εκθέσεών του. Όπως μας πληροφορεί όμως ο Βάσος Βογιατζόγλου η πραγματική χρονολογία γέννησής του ήταν το 1911, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την ταυτότητά του. Παραμένει άγνωστο γιατί ό ίδιος επέμενε να δίνει ως χρονολογία γέννησής του το 1914. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δανιήλ Αλεξάνδρου.
 
Σε βρεφική σχεδόν ηλικία, μόλις δύο ετών, χάνει την μητέρα του και μένει μόνος με τον πατέρα του. Ο πατέρας  του, ήταν ένας απλός γεωργός δεν διατηρούσε καμία επαφή με την τέχνη και έτσι δεν καταλάβαινε την πρώιμη καλλιτεχνική φύση του μικρού τότε Δανιήλ. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες ο πατέρας του ήταν αρνητικός στην ιδέα να γίνει ο γιός του ζωγράφος, πιστεύοντας ακράδαντα πως θα ήταν καταδικασμένος να πεθάνει στην ψάθα ακολουθώντας τη μοίρα των υπόλοιπων Θεσσαλών ζωγράφων. (Βλ. Φώτη Νικ. Βογιατζή, "Η βάσκανος μοίρα των θεσσαλών ζωγράφων του 19ου αιώνα").

Αναπόφευκτα, μετά από λίγο καιρό επέρχεται και η οριστική ρήξη ανάμεσά τους, όταν ο Δανιήλ ανακοινώνει την απόφασή του να σπουδάσει ζωγραφική. Μάλιστα, φεύγοντας από την ιδιαίτερη πατρίδα, επισκέφθηκε μόνο μια φορά τον πατέρα του, το 1940 για ελάχιστο χρονικό διάστημα. Αξιοσημείωτη είναι όμως και η διαφωνία των δασκάλων του στην μέση εκπαίδευση για την απόφασή του να σπουδάσει ζωγραφική στην Σχολή Καλών Τεχνών. Εκτός όμως από τη ζωγραφική φαίνεται πως ο καλλιτέχνης είχε και ιδιαίτερο χάρισμα στη μουσική καθώς διέθετε μια εξαιρετική φωνή. Όταν λοιπόν κλήθηκε να αποφασίσει τι από τα δύο θα ακολουθούσε στη μετέπειτα πορεία της ζωής του, κατέληξε πως: ¨Αν ακολουθήσω το τραγούδι, ίσως κάποτε χαλάσουν οι φωνητικές μου χορδές, ενώ αν ζήσω πολλά χρόνια θα ζωγραφίζω ως τα 100», απόφαση που μάλλον τον επιβεβαίωσε αφού μέχρι το θάνατο του δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει. Με προτροπή του καθηγητή των τεχνικών δίνει εξετάσεις (ημερομηνία), και εγγράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τον Κωστή Παρθένη και τον Σπυρίδωνα Βικάτο. Στα πρώτα σπουδαστικά χρόνια τον υποστηρίζει χρηματικά η μεγαλύτερη αδερφή του Μαριάνθη.

Με τον Βικάτο αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση και επηρεάζεται έντονα τα πρώτα χρόνια στη Σχολή, σε σημείο που αντιγράφει ακόμα και έργα του δασκάλου του όταν ο ίδιος για κάποιο λόγο αδυνατούσε να ζωγραφίσει. Ο ίδιος παραδίδει πως όταν φιλότεχνοι ζητούσαν από τον Βικάτο να αγοράσουν έργα του, και αυτός δεν είχε ή δεν ήθελε να τα αποχωριστεί ζητούσε από τον μαθητή του Δανιήλ να κάνει μερικά αντίγραφα ώστε να τα πουλήσει.  Ευτυχώς όμως γρήγορα αντελήφθει τον κίνδυνο της μιμήσεως που δεν θα τον οδηγούσε στον να βρει το δικό του τεχνοτροπικό ιδίωμα και μπόρεσε να αποτινάξει από τις συνθέσεις του την επίδραση του δασκάλου του. Δυστυχώς δεν έχουν σωθεί σήμερα πρωτόλεια έργα του καλλιτέχνη από την σπουδαστική περίοδο στη Σχολή Καλών Τεχνών, για να έχουμε μια σαφή εικόνα της επίδρασης του Βικάτου, γεγονός είναι όμως πως και αργότερα οι φιλότεχνοι των θεωρούσαν εμπειρογνώμονα όσον αφορά τη γνησιότητα των έργων του δασκάλου του και φαίνεται πως κάποια δικά του έργα πουλήθηκαν ως έργα του Βικάτου. 




 

Εκτός όμως από τον Βικάτο ιδιαίτερη ήταν η σχέση του Δανιήλ και με τον Κωστή Παρθένη. Φαίνεται πως αρκετές φορές τον επισκεπτόταν στο σπίτι του και τον παρακολουθούσε να ζωγραφίζει ακούγοντας κλασική μουσική. Συνήθεια που απέκτησε και ο ίδιος ο Δανιήλ αργότερα. Φαίνεται πως ο Παρθένης τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και αναγνώριζε την καλλιτεχνική αξία του νεαρού σπουδαστή αφού γνωρίζουμε πως τα τελευταία χρόνια της θητείας του ως καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, είχε αποξενωθεί από τους γύρω του σε σημείο μάλιστα που αρνούνταν να μιλήσει στον οποιονδήποτε. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως αργότερα ο Δανιήλ Δανιήλ, διορίστηκε εμπειρογνώμων για τη γνησιότητα των έργων του Παρθένη.

Το 1936, αποφοιτά από τη Σχολή Καλών Τεχνών με πτυχίο Ζωγραφικής και μάλιστα με βαθμό άριστα και το 1940 παίρνει υποτροφία η οποία όμως δεν του δίνεται λόγω της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε και επιστρατεύεται.

Την περίοδο της Κατοχής βρίσκεται στην Αθήνα, ενώ στον βομβαρδισμό του Τυρνάβου πολλά έργα του καταστρέφονται από μια βόμβα που σκάει έξω από το σπίτι του. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου βρίσκεται στη Λάρισα και αγιογραφεί τη στρατιωτική εκκλησία κοντά στους στρατώνες, ενώ παράλληλα σχεδιάζει και καταγράφει τις εγχειρήσεις των τραυματιών που κατέφθαναν από το  Γράμμο και το Βίτσι.  Γρήγορα όμως θα εγκαταλείψει αυτή τη δουλειά αφού όπως ο ίδιος έλεγε του προκαλούσε αποστροφή να βλέπει «παληκάρια να σβήνουν στο χειρουργικό τραπέζι».

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υποβάλλει υποψηφιότητα για διδασκαλία στη Σχολή Καλών Τεχνών, δεν εκλέγεται όμως παρόλη την υποστήριξη πολλών καθηγητών, όπως του Σπυρίδωνα Βικάτου.

Έτσι το 1950 αναχωρεί για ευρύτερες σπουδές στη Γαλλία και την Ιταλία. Ειδικότερα το Παρίσι και η γαλλική τέχνη, -καλλιτεχνικό κέντρο πολλών ελλήνων ζωγράφων εκείνη την περίοδο-, θα επιδράσει έντονα στη μετέπειτα καλλιτεχνική πορεία του.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα το 1955, εκλέγεται ύστερα από διαγωνισμό διευθυντής του νεοϊδρυθέντος Παραρτήματος Σχολής Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου, θέση που θα κρατήσει 14 ολόκληρα χρόνια. Η περίοδος αυτή θα σταθεί ιδιαίτερα γόνιμη σε καλλιτεχνική παραγωγή και θα φιλοτεχνήσει μια σειρά έργων με θέμα το κυκλαδίτικο τοπίο και ιδιαίτερα της Μυκόνου, που επισκεπτόταν συχνά, όπως και του Καστελόριζου το οποίο αγάπησε πολύ.


.
Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της Χούντας, του ζητήθηκε από την τότε κυβέρνηση να φιλοτεχνήσει την προσωπογραφία του Γεωργίου Παπαδόπουλου και ο ζωγράφος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Γεγονός που μαρτυρά και τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Την ίδια περίοδο, το 1968, χαρίζει μια σειρά έργων του στο Δήμο Τυρνάβου, γεγονός ορόσημο για την προσωπική ζωή του καθώς στην έκθεση που πραγματοποιείται προς τιμήν του, ανάμεσα στους επισκέπτες θα γνωρίσει τη μέλλουσα σύζυγό του, Κωνσταντίνα Σαϊνη. Μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια τρυφερή σχέση που θα κρατήσει 20 ολόκληρα χρόνια μέχρι και το θάνατό του.

Το 1972, εκλέγεται καθηγητής στο εργαστήριο γυμνού στην ΑΣΚΤ όπου θα διδάξει σχέδιο έως το 1977, αν και ο ίδιος υπήρξε εξαίρετος δεξιοτέχνης του χρώματος.

Η  δεκαετία 1977- 1987 αποδεικνύεται αρκετά παραγωγική για τον καλλιτέχνη καθώς φιλοτεχνεί μια σειρά έργων με θέμα το τοπίο με χρωματικές εκρήξεις που ξαφνιάζουν και χαρακτηρίζονται από την επίδραση των μεταιμπρεσιονιστών καλλιτεχνών αλλά και των Φωβ.

Ταυτοχρόνως, αφιερώνει περισσότερο χρόνο στη σύζυγό του και στην αγαπημένη του κόρη Ελένη. Στο ατελιέ του στην οδό Αλιβερίου στην Κυψέλη και στην οικία του στην Αγία Παρασκευή τον επισκέπτονται καθημερινά μαθητές του και άνθρωποι της τέχνης για να συζητήσουν μαζί του διάφορα θέματα υπό τον ήχο της κλασικής μουσικής και της όπερας.

Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας συμμετείχε σε 20 ατομικές και σε 120 ομαδικές εκθέσεις. Με τη σεμνότητα που τον διέκρινε ως άνθρωπο δεν επεδίωκε την απρόσκοπτη διασημότητα καθώς είχε την πεποίθηση πως «Εάν αξίζω ως καλλιτέχνης θέλω τα έργα μου να μείνουν όταν θα φύγω από τη ζωή…Αν αξίζει το έργο μου θα φανεί μετά θάνατον. Άγνωστοι ή  ελάχιστοι γνωστοί καλλιτέχνες, όπως ο Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, έλαμψαν μετά το θάνατό τους».

Ίσως να ήταν αυτή η σεμνότητά του που δεν του επέτρεψε την πρώιμη αναγνώριση της καλλιτεχνικής του αξίας. Άλλωστε σπανιότατα φιλοτεχνούσε κατά παραγελλίαν έργα και αφηνόταν κυρίως στην ελεύθερη δημιουργία που αποτελούσε για τον ίδιο κατάθεση ψυχής. Στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα συνήθιζε να γράφει λακωνικά «εξέθεσα τετράκις εις Ευρώπην και άπαξ εις Αίγυπτον προσκληθείς από το Υπουργείον Παιδείας. Έργα μου ευρίσκονται εις την Εθνικήν Πινακοθήκην, την Δημοτικήν Αθηνών, Ρόδου , Καλαμάτας, Ιωαννίνων, Χαλκίδας, Πατρών, Τυρνάβου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ως και εις ιδιωτικές συλλογές».

Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου, 1988 στο σπίτι του στην Αθήνα από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η σορός  του μεταφέρθηκε στην γενέτειρά του, τον Τύρναβο, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, άλλωστε η επιστροφή στην πατρίδα ήταν η ύστατη επιθυμία του καλλιτέχνη. Σήμερα μπορεί κανείς να θαυμάσει και την προτομή του ζωγράφου φιλοτεχνημένη από τον συντοπίτη γλύπτη, Γιώργο Καλακαλλά. 
 


Θεματικά το έργου του Δανιήλ Δανιήλ εντάσσεται σε τρεις κατηγορίες, η πρώτη αφορά την προσωπογραφία, η δεύτερη την τοπιογραφία και η τρίτη τη Νεκρή Φύση, με μια υποκατηγορία, αυτή της ανθογραφίας.

Υφολογικά, ο ζωγράφος Δανιήλ Δανιήλ φοιτά στη Σχολή Καλών Τεχνών την περίοδο του Μεσοπολέμου και σίγουρα δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος από το ιδεολόγημα της Γενιάς του ’30. Η επιστροφή στην παράδοση, η ελληνικότητα αλλά ταυτοχρόνως και ο μοντερνισμός είναι στοιχεία έκδηλα καθ’ όλη την καλλιτεχνική του πορεία. Οι πρώτες ζωγραφικές του προσπάθειες, -έργα που πιθανότητα χάθηκαν μετά τον βομβαρδισμό του Τυρνάβου κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου- δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί. Ωστόσο, από τις μαρτυρίες του καλλιτέχνη φαίνεται πως αρχικά ακολουθεί το καλλιτεχνικό ύφος του δασκάλου του, Σπυρίδωνα Βικάτου. Επίδραση που γίνεται εμφανή και στα μετέπειτα έργα του. Μετά την επιστροφή του από το εξωτερικό υπάρχει έντονη η επίδραση των φωβιστών καλλιτεχνών, όπως ο Matisse όσον αφορά τις προσωπογραφίες και ο Andre Derain όσον αφορά τα τοπία του. Έτσι στο έργο του είναι φανερή η επαφή του με όλα τα καλλιτεχνικά ρεύματα των αρχών του 20ου αιώνα και η περιπλάνησή του σε διάφορες κατευθύνσεις, χωρίς όμως να δεσμεύεται από τα χαρακτηριστικά μιας μόνο τάσης. Δοκιμάζει ελεύθερα ότι τον ενδιαφέρει χωρίς να διστάζει να επιστρέψει και σε παλαιότερες εμπειρίες.

Γενικότερα για το ύφος του έργου του μπορούμε να πούμε πως συνυπάρχει ο ιμπρεσιονισμός, η εξπρεσιονιστική πινελιά του Van Gogh, τα έντονα περιγράμματα των Νabis καλλιτεχνών και η επίδραση του Cezanne στην χρησιμοποίηση των συμπληρωματικών χρωμάτων για τη δήλωση των όγκων. Τα στοιχεία από όλες αυτές τις τάσεις αφομοιώνονται απόλυτα, υποτάσσονται στο έντονα προσωπικό του στυλ και τίθενται στην υπηρεσία της ελληνοκεντρικής του ιδεολογίας. Ζωγραφίζει πολλά ελληνικά τοπία γιατί αιχμαλωτίζεται από το ελληνικό φως, το οποίος όμως εκφράζει με μια εξπρεσσιονιστική διάθεση.




Στις προσωπογραφίες ακολουθεί κυρίως δύο τάσεις, αυτή του ιμπρεσιονισμού με τις φευγαλέες πινελιές και το γεμάτο φως χρώμα και αυτή του φωβισμού με τις μεγάλες χρωματικές ενότητες, τους καθαρούς τόνους και τα έντονα περιγράμματα.  Παρόλη όμως τη μοντερνιστική διάθεση δεν θα μπορούσαμε να μην διακρίνουμε και τις αναφορές τόσο στα φαγιούμ όσο και στην βυζαντινή τέχνη,  χαρακτηριστικά που ανιχνεύονται κυρίως στην επιλογή ενός ουδέτερου μονοχρωματικού συνήθως φόντου. Ως γνήσιος επίγονος της τέχνης του Μεσοπολέμου δεν θα μπορούσε  παρά να αφουγκραστεί τη ζωγραφική μιας γενιάς που αναζητούσε και προέβαλλε οτιδήποτε ελληνικό. Έτσι, το Γαλαξίδι, η Μύκονος, το Πήλιο κλπ, αποτελούν την κατεξοχήν έμπνευσή του, ενώ στις προσωπογραφίες απαθανατίζει τα οικεία του πρόσωπα, η αγαπημένη σύζυγος ,η κόρη του, άλλα συγγενικά πρόσωπα και φίλοι.



INFO
Blog που φιλοξενεί φωτογραφημένους 
όλους τους πίνακες της συλλογής που φιλοξενείται 
στο Myrό Antiques House της Θεσσαλονίκης, 
που διαχειρίζεται τις πωλήσεις έργων 
του ζωγράφου στην Θεσσαλονίκη 

Browse by keyword / Βρείτε αυτό που ψάχνετε

Activism Amfissa An Athenian Outsider Andros Animation & Comics Antiparos Art Fairs Art Therapy ArtMarket Athens Auctions Audio/Video Australia Awards Books&Manuscripts Call for entries & Competitions Ciné qua non Cinema Collage Collectives Columnists: www treasures Commentary & Documentation Conferences CulturalContent/Tourism Cyprus DESIGN Digital Art Documentary EDITO ElefsisCultureCapital ENGLISH Fashion Festivals & Biennales Florina Fundraising Gastronomy Halkida Iconography Ioannina Jewllery Lesvos LGBTQI+ Lifestyle London Calling Multimedia & Installations Art Museums Myconos Naxos News Opera Performance Printmaking Projects Restoration/Συντήρηση Rethymnon Retrospective Sculpture & Ceramics Shqipëri StreetArt Symposiums Syros Tattoo Teri Paschos Thessaloniki Venue Virtual Watercolor whoISwho Workshops & Masterclasses Αγρίνιο Αίγινα Αίγιο Αλεξανδρούπολη ΑΝΑΦΗ ΑνδριανήΤζίμα Άνδρος ΑΝΤΙΚΑ Αντίπαρος ΑΠΟΨΗ Άργος Αρχαιολογία Αρχιτεκτονική Βέροια Βόλος Γειτονιές ΔΗΜΗΤΡΙΑ Δημοπρασίες Διαλέξεις/ΔημόσιεςΣυζητήσεις Δίον-Λιτόχωρο Δράμα Εγκαίνια Έδεσσα Ειδικά Θέματα ΕικαστικέςΔράσεις Εκδηλώσεις Εκθέσεις Εκπαίδευση ΕΛΕΥΣΙΝΑ Επίδαυρος Έρευνα Ζάκυνθος Ζωγραφική Ηράκλειο Θέατρο Θρησκεία Ιεράπετρα Ιστορία Ιστορίες για γάτες ΙΩΑΝΝΙΝΑ Καβάλα Καλαμάτα Καστελλόριζο Καστοριά Κέρκυρα ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ Κίμωλος Κοζάνη ΚΟΡΟΝΟΪΟΣ Κρήτη Κως Λάρισα Λέσβος Λήμνος Λόγος Μεσολόγγι Μουσική Ναύπλιο Νεκρολογία ΞΑΝΘΗ Ξεναγήσεις Ορεστειάδα Παιδαγωγικά Πάρος Παρουσιάσεις Πάτρα ΠεριΟινουΣκιας Πόρος Πρόσωπα Προσωπικότητες Ρόδος Σάμος Σαντορίνη Σκηνογραφία Σκιάθος Σπέτσες Στήλη Άλατος Στυλ & Εποχές Συλλογές Συναυλίες Συνέντευξη ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ Τέχνες Τέχνη Τεχνολογία Τζια ΤΗΝΟΣ Τρίκαλα Τρίπολη ΥΔΡΑ Υποτροφίες Φλώρινα ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ Φωτογραφία Χανιά Χειροτεχνίες Χίος Χορηγίες Χορός Ψηφιδωτό Ψυχολογία στην καθημερινότητα